βοηδρομίη


βοηδρομίη
βοηδρομίη, η (Α) [βοηδρόμος]
επικουρία, βοήθεια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βοηδρομίαις — βοηδρομίη helping fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηδρομία — βοηδρομίᾱ , βοηδρομίη helping fem nom/voc/acc dual βοηδρομίᾱ , βοηδρομίη helping fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηδρομίαι — βοηδρομίᾱͅ , βοηδρομίη helping fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.